| Στύμφαλος, Φενεός και η ευρύτερη περιοχή της βόρειας Αρκαδίας |
|
|
|
| Παρασκευή, 05 Δεκέμβριος 2008 01:00 |
Αν έπαιρνες το δρόμο για την Στύμφαλο, περνούσες πρώτα από το όρος Τρίκληνα, όπου υπήρχαν τρεις κρήνες. Εκεί οι νύμφες του βουνού έλουσαν τον Ερμή όταν γεννήθηκε, γι’ αυτό θεωρούντο ιερές πηγές του Ερμή. Το όρος Τρίκρηνα καθώς και το όρος Γερόντειο, λίγο βορειότερα αποτελούν τα όρια ανάμεσα σε Φενεό και Στύμφαλο. Μετά έφτανες στη πύλη. Η Στύμφαλος, της οποίας οι κάτοικοι πήραν επίσης μέρος στον Τρωικό πόλεμο, οικίστηκε από τον Στύμφαλο, γιό του Έλατου, εγγονό του Αρκάδος, σε διαφορετικό όμως σημείο απ’ αυτό που επισκέφτηκε ο Παυσανίας.
Οι κάτοικοι έλεγαν ότι εκεί είχε ανατραφεί η Ήρα από τον Τήμενο, άλλο γιό του Πελασγού και γι’ αυτό ήταν έδρα λατρείας της θεάς. Υπήρχε επίσης ιερό της Στυμφαλίας Αρτέμιδος με επίχρυσο ξόανο της Θεάς. Στην οροφή του ιερού ήταν σκαλισμένες οι Στυμφαλίδες όρνιθες. Εκεί ήταν και η Στυμφαλία λίμνη από την οποία υδροδοτείτο η Κόρινθος μέσω υδραγωγείου που είχε κατασκευάσει ο Ανδριανός. Στη λίμνη αυτή έμεναν και οι Στυμφαλίδες όρνιθες που κυνήγησε ο Ηρακλής. Στην πόλη υπήρχαν δρόμοι που οδηγούσαν στην Αργολίδα και την Συκιώνα. Μετά την Στύμφαλο ήταν η Αλέα. Την πόλη την είχε ιδρύσει ο Αλεός ο γιός του Αφείδα. Εδώ υπήρχαν ιερό της Εφεσίας Αρτέμιδος, της Αθηνάς Αλέας και ναός του Διόνυσου. Προς τιμήν του τελούσαν τη γιορτή Σκιέρεια κάθε δύο χρόνια κατά την οποίαν μαστίγωναν τις γυναίκες, υπακούοντας σε χρησμό του μαντείου των Δελφών. Ο δρόμος για τον Φενεό περνούσε μέσα από ένα φαράγγι στο τέλος του οποίου υπήρχε μια τοποθεσία που λεγόταν Καρυές. Οι Φενεάτες που πήραν επίσης μέρος στην Τρωική εκστρατεία, έλεγαν ότι οικιστής της πόλης ήταν κάποιος Φενεός αυτόχθων. Άλλη παράδοση όμως ήθελε οικιστή της πόλης τον Αίπυτο το γιό του Έλατου. Η ακρόπολη των Φενεατών είχε φυσική οχύρωση και μόνο ένα μικρό μέρος ήταν τεχνιτή για περισσότερη ασφάλεια. Επάνω στην ακρόπολη υπήρχε ναός της Αθηνάς Τριτωνίας. Υπήρχε και ένα χάλκινο άγαλμα του Ιππίου Ποσειδώνος, αφιέρωμα, όπως έλεγαν του Οδυσσέα, γιατί εκεί είχε βρεί τα χαμένα άλογα του. Στο ίδιο μέρος είχε ιδρύσει και ένα ιερό της Άρτεμης. Κατεβαίνοντας από την ακρόπολη συναντούσες ένα στάδιο και πάνω σ’ έναν λόφο ήταν ο τάφος του Υφικλή, αδελφού του Ηρακλή και πατέρας του Ιόλαου, ο οποίος πληγώθηκε από τους γιούς του Άκτορα και της Μολιόνης, Εύρυτο και Κτέατο, ενώ πολεμούσε τους Ηλείους και τον Αυγέα. Τον μετέφεραν στο Φενεό όπου κάποιος Βουφάγος τον περιποιήθηκε μαζί με τη συζυγό του. Και όταν πέθανε τον έθαψαν εδώ, και του προσέφεραν για πολλά χρόνια τιμές ήρωα. Πολυούχος της πόλης εθεωρείτο ο Ερμής και υπήρχε ναός του θεού και ένα πέτρινο αγαλμά του, έργο του Αθηναίου Εύχειρος, τελούσαν δε αγώνες προς τιμήν του τα Έρμαια. Πίσω από το ναό ήταν ο τάφος του Μυρτίλου, που εθεωρείτο γιός του. Ο Μυρτίλος ήταν ηνίοχος του Οινόμαου του βασιλιά της Πίσας. Είχε μια κόρη Ιπποδάμεια, και θα την έδινε σύζυγο σε όποιον θα τον νικούδε στην αρματοδρομία. Ο Μυρτίλος ήταν ερωτευμένος με την Ιπποδάμεια . δεν τολμούσε όμως να τη διεκδικήσει στον αγώνα, γιατί ο Οινόμαος φόνευε τον ηττημένο. Αυτόν τον δωροδόκησε ο Πέλοψ λεγοντάς του ότι αν το βοηθούσε θα του επέτρεπε να περάσει την πρώτη νύχτα με την Ιπποδάμεια. Όταν ο Μυρτίλος [υπονόμευσε τους τροχούς του άρματος του Οινόμαου αντικαθιστώντας δύο – τρείς ξύλινες ακτίνες με κέρινες, και έτσι κέρδισε ο Πέλοψ] του ζήτησε να τηρήσει την υποσχεσή του αυτός τον έριξε απ’ το καράβι στη θάλασσα και πνίγηκε. Από τότε η θάλασσα αυτή πήρε το ονομά του, Μυρτώον Πέλαγος. Υπήρχε επίσης ένα ιερό της Ελευσινίας Δήμητρας όπου οι Φενεάτας οργάνωναν κάθε δύο χρόνια τελετές προς τιμήν της της θεάς και ισχυρίζοντο ότι ήσαν όμοιες με αυτές της Ελευσίνας. Δίπλα στο ιερό είχε ανεγερθεί ένα πέτρωμα από δύο μεγάλες πέτρες που η μια με την άλλη εφάρμοζε τέλεια με την άλλη. Στη μεγάλη τελετή οι πέτρες άνοιγαν και τρβούαν απ’ αυτές γράμματα που αναφερόντουσαν στις τελετές και αφού τα διάβαζαν την ίδια νύχτα τα τοποθετούσαν στη θέση τους. Σε αυτό το πέτρωμα οι Φενεάτες έπαιρναν τον πιο βαρύ όρκο. Πάνω στο πέτρωμα ήταν μια σφαίρα. Μέσα στη σφαίρα ήταν μια μάσκα της Κυδαρίας Δήμητρας που τη φορούσε ο Ιεροφάντης της Μεγάλης Τελετής και κτυπούσε με μια ράβδο τους υποχθόνιους για να ξυπνήσουν από την χειμερία νάρκη οι αναζωοτικές δυνάμεις της γής. Κάτω από το όρος Κυλλήνη, δεκαπέντε περίπου στάδια έξω από την πόλη υπήρχε ναός της Δήμητρας Θεσμίας κτισμένος από τους Τρισαύλη και Δαμιθάλη. Ήσαν αυτοί που καλοδέχτηκαν και περιποιήθηκαν τη Θεά όταν κατά τις περιπλανήσεις της έφτασε και στο Φενεό. Κάπου δέκαπέντε στάδια από την πόλη στο δρόμο που οδηγούσε στις Αχαϊκές πόλεις Πελλήνη και Αιγείρα υπήρχε ναός του Πυθείου Απόλλωνα που οι Φενεάτες έλεγαν ότι τον είχε ιδρύσει ο Ηρακλής, ενώ στις υπώρειες του όρους Κυλλήνη από την πλευρά του Φενεού, ήταν ο τάφος του Αίπυτου που αναφέρει και ο Όμηρος «Οι δ’ έχον Αρκαδίην υπό Κυλλήνης όρος αιπύ.| Αιπύτον παρά τύμβον» (Β603 -604), ενώ στην κορυφή του όρους ναός του Κυλληνίου Ερμή.Το ξόανο του Θεού είναι φτιαγμένο από ξύλο θύου, ένα αρωματικό δέντρο και το ύψος του έφτανε τα οκτώ πόδια (2,5 μ). Συνέχεια της Κυλλήνης, που το ονομά της το έδωσε ο Κυλλήν, γιός του Έλατου, είναι το όρος Χελυδύρεα. Εδώ ο Ερμής βρήκε μια χελώνα και από το καβούκι της έφτιαξε τη λύρα. Από τη δεξιά πλευρά του Φενεού ξεκινούσαν δύο δρόμοι. Ο δεξιός οδηγούσε στη πόλη Νώναρι, πολύ κοντά στο Φενεό (σημερινή Ζαρούκλα) πού πήρε το ονομά της από τη Νωνάκριδα, σύζυγο του Λυκάονα. Εκεί ήταν και η περίφημη πηγή της Στυγός που τα νερά της έπεφταν από έναν υψηλό βράχο. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι το νερό της Στυγός ήταν δηλητηριώδες και προκαλούσε το θάνατο σε ανθρώπους και ζώα όταν το έπιναν. Ο Όμηρος μας πληροφορεί, ότι οι θεοί ορκιζόντουσαν στα νερά της, και αυτός ήταν ο πλέον βαρύς όρκος που μπορούσαν να δώσουν «Ίστω νυν τόδε Γαιά και Ουρανός ευρύς ύπερθεν, και το κατειβόμενον Στυχός ύδωρ ός τε μέγιστος όρκος δεινότατος τε πέλει μακάρεσσι θεοισι». Πάνω από τη Νώναρι είναι τα Αροάνια όρη. Σε μια σπηλιά του βουνού κατέφυγαν οι κόρες του Προίτου- Ιφιάνασσα, Ιφινόη, Λυσίππη -όταν τις κτύπησε μανία που προκάλεσε ο Διόνυσος επειδή αρνιόντουσαν την θεοτητά του. Ο Μελάμπους, ο μεγάλος μάντης και γιατρός, ανέλαβε να τις θεραπεύσει. Όταν τις βρήκε τις έφερε στους Λουσούς, μια τοποθεσία στα σύνορα της Κλείτορος, όπου με καθαρμούς και προσευχές τις θεράπευσε, σ’ ένα ιερό της Αρτέμιδος. Από τότε οι Κλειτόριοι ονομάζουν την Άρτεμη «Ημερασίαν». Βορειότερα από τους Λουσούς βρισκόταν η πόλη Κύναιθα (σημερινά Καλάβρυτα). Ήταν η βορειότερη πόλη της αρχαίας Αρκαδίας. Είχε ισχυρά τείχη και ακρόπολη. Ναό του Διονύσου και στην αγορά βωμούς άλλων θεών, καθώς και έναν ανδριάντα του Ανδριανού. Εκεί κοντά ήταν και μια πηγή που ονομαζόταν Άλυσος, το νερό της οποίας θεράπευε τη λύσα. |
| Τελευταία Ενημέρωση στις Τετάρτη, 14 Ιανουάριος 2009 19:58 |
Copyright © 2008-2012 ancient-arkadian-cities.gr
concept by symvoulos.biz